yalnız

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

yalnız (tr)

  1. μονάχος, μόνος