δρομίσκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δρομίσκος δρομίσκοι
γενική δρομίσκου δρομίσκων
αιτιατική δρομίσκο δρομίσκους
κλητική δρομίσκε δρομίσκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρομίσκος < δρόμος + κατάληξη υποκοριστικού -ίσκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρομίσκος αρσενικό

  1. (καθαρεύουσα)δείτε τις λέξεις: δρομάκι και δρομάκος