cesta
Εμφάνιση
Βοσνιακά (bs)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cesta (bs) θηλυκό
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| cesta | cestas |
cesta (pt) θηλυκό
- το καλάθι
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cesta (sk) θηλυκό
- ο δρόμος
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- cesta - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025
Τσεχικά (cs)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]cesta (cs) θηλυκό
- ο δρόμος