Μετάβαση στο περιεχόμενο

καλάθι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Καλάθη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καλάθι τα καλάθια
      γενική του καλαθιού των καλαθιών
    αιτιατική το καλάθι τα καλάθια
     κλητική καλάθι καλάθια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ένα καλάθι γεμάτο μήλα.
Καλάθι απορριμμάτων.
Καλάθι για τα ψώνια.
Μοτοσικλέτα με καλάθι.
Καλάθι ή μπασκέτα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καλάθι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλάθι / καλάθιον < ελληνιστική κοινή καλάθιον, υποκοριστικό για < αρχαία ελληνική κάλαθος. Δείτε και τη λατινική clathratus.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈla.θi/
τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐λά‐θι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καλάθι ουδέτερο

  1. σκεύος από πλεγμένο καλάμι για προσωρινή αποθήκευση και μεταφορά αντικειμένων, όπως φρούτων και λαχανικών
    ※  19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
    Εἶχα κατέβει τὶς μέρες ἐκεῖνες κάτω στὸ ριζοβούνι κι ἔκοψα λυγαριὲς καὶ καλάμια κι εἶχα ἀρχίσει νὰ πλέκω καλάθια· ὧρες πολλὲς τὴ μέρα ἔπλεκα καὶ πλέκοντας ἔφερνα στὸ νοῦ μου τὸ Θεό·
  2. σκεύος μεταλλικό ή πλαστικό για την απόρριψη των απορριμμάτων
    ≈ συνώνυμα: κάλαθος των αχρήστων
  3. το πλαϊνό τμήμα τρίκυκλης μοτοσυκλέτας
  4. (αθλητισμός) κυκλικό στεφάνι από το οποίο κρέμεται δίχτυ και από το οποίο πρέπει να περάσει μέσα η μπάλα για να μετρηθεί ένας πόντος σε αγώνα καλαθοσφαίρισης
    ≈ συνώνυμα: μπασκέτα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ δείτε και τη λέξη κάλαθος

Σύνθετα

[επεξεργασία]

με καλαθο-

με -κάλαθο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καλάθι < καλάθιον < ελληνιστική κοινή καλάθιον, υποκοριστικό για < αρχαία ελληνική κάλαθος.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καλάθι ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]