Μετάβαση στο περιεχόμενο

μετάβαση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μετάβαση οι μεταβάσεις
      γενική της μετάβασης* των μεταβάσεων
    αιτιατική τη μετάβαση τις μεταβάσεις
     κλητική μετάβαση μεταβάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, μεταβάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετάβαση < αρχαία ελληνική μετάβασις < μεταβαίνω < μετά + βαίνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /meˈta.va.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μετάβαση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μετάβαση θηλυκό

  • η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταβαίνω
      Η μετάβαση λοιπόν στη βιομηχανική εποχή που ακολούθησε την αγροτική οικονομία και κοινωνία, συνδέθηκε με τις επιδρομές των ληστών, την παράνομη οπλοκατοχή αλλά και το λαθρεμπόριο. Κατόπιν, η μετάβαση στην καταναλωτική κοινωνία, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο σε εκείνη τη φάση είχε ως αντικείμενο κυρίως τον έλεγχο της πορνείας, του τζόγου, του αλκοόλ κλπ.
    Πιερράτου Γεωργία, Μορφολογική και ποιοτική εξέλιξη του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα την περίοδο των τελευταίων πέντε ετών. Πώς η οικονομική κρίση και η πανδημία επηρέασαν το οργανωμένο έγκλημα, διπλωματική εργασία, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), ΠΜΣ Εγκληματολογικές και Ποινικές Προσεγγίσεις της Διαφθοράς, του Οικονομικού και του Οργανωμένου Εγκλήματος, Αθήνα 2023 @apothesis.eap.gr
      Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Green Deal και της μετάβασης προς μια οικονομία ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα έως το 2050, με όχημα της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η αποθήκευση ενέργειας με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης θεωρείται κομβική (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]