φυλομετάβαση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | φυλομετάβαση | οι | φυλομεταβάσεις |
| γενική | της | φυλομετάβασης | των | φυλομεταβάσεων |
| αιτιατική | τη | φυλομετάβαση | τις | φυλομεταβάσεις |
| κλητική | φυλομετάβαση | φυλομεταβάσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φυλομετάβαση < φυλο- + μετάβαση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική gender transition)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φυλομετάβαση θηλυκό
- (ιατρική, νεολογισμός) η μετάβαση ενός ανθρώπου ενός φύλου (π.χ. γυναίκα) στο αντίθετο φύλο (π.χ. άντρας), ή η διαδικασία με την οποία ένα άτομο προσαρμόζει την κοινωνική, σωματική ή νομική του ταυτότητα, ώστε να συνάδει με το βιωμένο φύλο του
- ※ Εμμένει ο υπουργός Δικαιοσύνης (…) στην μείωση του ηλικιακού ορίου για την φυλομετάβαση στα 15 έτη, παρά τις αντιδράσεις που προκαλεί και τις πολιτικές παρενέργειες που πυροδοτεί λόγω της άρνησης των κομμάτων της αντιπολίτευσης (…) να συναινέσουν στην υπερψήφισή της. (www.tovima.gr, 09.10.2017)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φυλομετάβαση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα φυλο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)