φυλομετάβαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυλομετάβαση φυλομεταβάσεις
γενική φυλομετάβασης
& φυλομεταβάσεως
φυλομεταβάσεων
αιτιατική φυλομετάβαση φυλομεταβάσεις
κλητική φυλομετάβαση φυλομεταβάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλομετάβαση < φύλο + -ο- + μετάβαση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική (;)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυλομετάβαση θηλυκό

  • (νεολογισμός) η μετάβαση ενός ανθρώπου ενός φύλου (π.χ. γυναίκα) στο αντίθετο φύλο (π.χ. άντρας)
    Εμμένει ο υπουργός Δικαιοσύνης στην μείωση του ηλικιακού ορίου για την φυλομετάβαση στα 15 έτη, παρά τις αντιδράσεις που προκαλεί και τις πολιτικές παρενέργειες που πυροδοτεί λόγω της άρνησης των κομμάτων της αντιπολίτευσης να συναινέσουν στην υπερψήφισή της. (*)
    • σύνηθες: νομικά, αρχειακά, γραφειοκρατικά
    • κοινωνικά και αυτοπροσδιοριστικά
    • εγχειρητικά (προτιμώνται οι όροι: εγχείρηση αλλαγής φύλου, φυλομεταβατική εγχείρηση [ή επέμβαση για λιγότερο επεμβατική διαδικασία])


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]