Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυλομετάβαση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυλομετάβαση οι φυλομεταβάσεις
      γενική της φυλομετάβασης των φυλομεταβάσεων
    αιτιατική τη φυλομετάβαση τις φυλομεταβάσεις
     κλητική φυλομετάβαση φυλομεταβάσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυλομετάβαση < φυλο- + μετάβαση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική gender transition)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυλομετάβαση θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]