ride

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ridé

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
ride rides

ride (en)

  1. η μεταφορά
  2. η διαδρομή, το σύντομο ταξίδι με όχημα, ποδήλατο κτλ.
    The village is an hour’s ride from here by car/horse.
    Το χωριό είναι μια ώρα διαδρομή από δω με το αυτοκίνητο/το άλογο.
    Sit comfortably and enjoy the ride.
    Καθίστε άνετα και απολαύστε τη διαδρομή.
  3. (αμερικανική σημασία) μια δωρεάν βόλτα με αυτοκίνητο, ή άλλο είδος οχήματος, σε ένα μέρος που θέλω να πάω
    I give someone a ride.
    Παίρνω κάποιον με το αυτοκίνητό μου.
     συνώνυμα: lift

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας ride
γ΄ ενικό ενεστώτα rides
αόριστος rode
παθητική μετοχή ridden
ενεργητική μετοχή riding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

ride (en)

Παράγωγα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ride < rider

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʁid/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
ride rides

ride (fr) θηλυκό

Συγγενικά[επεξεργασία]