Methode

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Methode (de) θηλυκό

  1. μέθοδος
  2. (στον πληθυντικό) καπρίτσια