Methode

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Methode (de) θηλυκό

  1. μέθοδος
  2. (στον πληθυντικό) καπρίτσια