act

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

act (en)

  1. η ενέργεια, η πράξη
  2. η πράξη (το κείμενο μιας απόφασης)
  3. η πράξη (τμήμα θεατρικού έργου)
  4. η πράξη νομοθετικού περιεχομένου, το θέσπισμα

Ρήμα[επεξεργασία]

act (en)

  1. δρω, ενεργώ
  2. συμπεριφέρομαι
  3. παίζω ένα ρόλο
  4. υποκρίνομαι



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

act (ro)