αυτενέργεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αὐτενέργεια, αντενέργεια
Αυτή η σελίδα προτείνεται στον κατάλογο των σελίδων για διαγραφή με το σχόλιο: Είναι δεκτοί όλοι οι ορισμοί που δίνονται, όπως δίνονται;. Παρακαλούμε δώστε τη γνώμη σας στη σελίδα συζήτησης του άρθρου.

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτενέργεια αυτενέργειες
γενική αυτενέργειας αυτενεργειών
αιτιατική αυτενέργεια αυτενέργειες
κλητική αυτενέργεια αυτενέργειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτενέργεια < ελληνιστική κοινή αὐτενέργεια < αρχαία ελληνική αὐτός + ἐνέργεια < ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτενέργεια θηλυκό

  1. (φιλοσοφία) (θρησκεία) (νομικός όρος) ενέργεια που προέρχεται από την ελεύθερη θέληση/ελεύθερη βούληση κάποιου
    • (νευροεπιστήμη) ενέργεια που ξεκινά από σκέψη - νοητική διεργασία και όχι από αντανακλαστική αντίδραση (στην νευροεπιστήμη δεν νοείται εγγενώς [ως θεμέλια αιτιότητα δράσης] ελεύθερη θέληση, διότι αυτή σχηματίζεται σε φαινότυπο και βιολογικά νευρικά δίκτυα που η στατιστική λειτουργία τους καθορίζεται από κανόνες που δεν ορίζει ο αυτενεργός-αυτοδραστικός)
  2. (ανιμισμός) ιδιότητα που έχει οτιδήποτε μέσα στο Σύμπαν για τον ανιμιστή
    το να έχει το οτιδήποτε εγγενείς προθέσεις (θέληση, βούληση), τάσεις, εμφανή ή «εγκλωβισμένη, αδρανοποιημένη κι ανέκφραστη ακόμη» κίνηση
    • το πρωταρχικό - το πρωτογενές κομμάτι της ψυχής ή η πρωτογενής μορφή της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]