Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτενεργώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυτενεργώ < αυτο- + ενεργώ

αυτενεργώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]