σκοτάδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκοτάδι σκοτάδια
γενική σκοταδιού σκοταδιών
αιτιατική σκοτάδι σκοτάδια
κλητική σκοτάδι σκοτάδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκοτάδι < σκότος + -άδι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /skɔ.ˈta.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκοτάδι ουδέτερο

  1. η έλλειψη ή η απουσία φωτός
  2. (μεταφορικά) η πολύ μεγάλη άγνοια
  3. (μεταφορικά) περίοδος όπου κυριαρχεί ο φόβος, η δουλεία


Εκφράσεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]