Μετάβαση στο περιεχόμενο

ciemność

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ciemność ciemności
γενική ciemności ciemności
δοτική ciemności ciemnościom
αιτιατική ciemność ciemności
οργανική ciemnością ciemnościami
τοπική ciemności ciemnościach
κλητική ciemności ciemności

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ciemność < ciemny

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ciemność (pl) θηλυκό