ciemność

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ciemność ciemności
γενική ciemności ciemności
δοτική ciemności ciemnościom
αιτιατική ciemność ciemności
οργανική ciemnością ciemnościami
τοπική ciemności ciemnościach
κλητική ciemności ciemności

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ciemność < ciemny

Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ciemność (pl) θηλυκό

  1. το σκοτάδι, η σκοτεινιά