Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελήνη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σελήνη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Σελήνη
      γενική της Σελήνης
    αιτιατική τη Σελήνη
     κλητική Σελήνη
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η Σελήνη (πανσέληνος)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σελήνη < σελήνη < αρχαία ελληνική σελήνη < σέλας < πρωτοελληνική *σFελ- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *swel-. / γενική ενικού του αρσενικού Σελήνης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σελήνη θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (αστρονομία) ο φυσικός δορυφόρος της Γης
      Ο Χούμπολτ υποστήριζε με θέρμη μια άλλη ιδέα, η οποία δεν βασιζόταν στην προσσελήνωση της κύριας μητρικής διαστημοσυσκευής στη Σελήνη, ούτε όμως και στην αποστολή δύο διαστημοσυσκευών, οι οποίες θα συνδέονταν σε τροχιά γύρω από τη Γη. (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Από τα Ψηλαλώνια στο Φεγγάρι, Η περιπέτεια της κατάκτησης του Διαστήματος, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. (ελληνική μυθολογία) θεότητα της ελληνικής μυθολογίας
  3. (ιστορία) η Κλεοπάτρα Σελήνη Β΄, πριγκίπισσα της Δυναστείας των Πτολεμαίων, μοναδική κόρη της βασίλισσας Κλεοπάτρας Ζ΄ και του Ρωμαίου Μάρκου Αντώνιου
  4. γυναικείο όνομα
  5. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Σελήνης)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταγραφές για το επώνυμο

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]