πριγκίπισσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πριγκίπισσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πριγκίπισσα[1][2] < μεσαιωνική λατινική principissa. Συγχρονικά αναλύεται σε πρίγκιπας + κατάληξη θηλυκού -ισσα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾi(ŋ)ˈɟi.pi.sa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πρι‐γκί‐πισ‐σα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πριγκίπισσα θηλυκό (αρσενικό πρίγκιπας)
- η κόρη ενός βασιλιά
- ※ 1876 Ανώνυμος, Ἀθηναΐς-Ἔτος Α΄, τεῦχος 10, Ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Βρασιλίας - ἔκτασις τῆς χώρας αὐτοῦ - πληθυσμὸς - ἐκπαίδευσις - ναυτικὴ δύναμις
- Ἐξ αὐτῆς ἀπέκτησε δύο θυγατέρας, τὴν πριγκίπισσαν Ἰσαβέλλαν γεννηθεῖσαν τῷ 1846, καὶ νυμφευθεῖσαν μετὰ τοῦ Κόμητος d’Eu, πρεσβυτέρου υἱοῦ τοῦ δουκός του Νεμοὺρ, καὶ τὴν Πριγγίπισσαν Λεοπολδίναν, γεννηθεῖσαν τῷ 1847, καὶ νυμφευθεῖσαν τῷ 1861, μετὰ τοῦ πρίγκηπος Αὐγούστου τοῦ Σὰξ Κοβούργου.
- ※ 1894 ⌘ Τρύφων Ευαγγελίδης, Ἱστορία του Ὄθωνος Βασιλέως της Ἑλλάδος (1832-1862), Μέρος δεύτερον, Κεφάλαιον Α΄
- Αὐτὰ ταῦτα τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου οὐδὲν ἐγίνωσκον νὰ εἴπωσι θετικόν· ἀορίστως μόνον ἐγίνωσκον, ὅτι προὔκειτο περὶ πιθανοῦ τοῦ βασιλέως γάμου, ἀλλ’ οὔτε περὶ τῆς ἐκλεχθείσης ἢ ἐκλεχθησομένης πριγκιπίσσης ὑπὸ τοῦ Ὄθωνος ὡς συζύγου καὶ βασιλίσσης τῆς Ἑλλάδος, οὔτε περὶ τοῦ τόπου καὶ χρόνου τῆς τελέσεως τοῦ γάμου εἶχε γνῶσίν τινα.
- ≈ συνώνυμα: βασιλοπούλα
- ※ 1876 Ανώνυμος, Ἀθηναΐς-Ἔτος Α΄, τεῦχος 10, Ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Βρασιλίας - ἔκτασις τῆς χώρας αὐτοῦ - πληθυσμὸς - ἐκπαίδευσις - ναυτικὴ δύναμις
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πρίγκιπας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ πρίγκιπας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πριγκίπισσα < (άμεσο δάνειο) μεσαιωνική λατινική principissa.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pɾiŋˈɟi.pis.sa/ (15ος μ.Χ. αιώνας Κωνσταντινουπολίτικη)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πρι‐γκί‐πισ‐σα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πριγκίπισσα θηλυκό (αρσενικό πρίγκιπας, πρίγκιψ ή πρίγκηψ)
- πριγκίπισσα· η κόρη ενός βασιλιά
- ※ 14ος κε ⌘ Ανώνυμος, Τὸ Χρονικὸν τοῦ Μορέως
- κι ἀπαύτου ὁλόρθα ἐδιάβησαν νὰ ἰδοῦσιν τὲς κυρᾶδες
ποῦ ἦσαν μὲ τὴν πριγκίπισσαν ὅλες εἰς τὸ παλάτι.
Τὸ ἰδεῖ τους ἡ πριγκίπισσα γλυκέα τοὺς χαιρετίζει·
- Ἐνταῦτα ἀπεκρίθηκεν ἀτός του ὁ Μέγας Κύρης
καὶ λέγει τῆς πριγκίπισσας κι ὁλῶν τῶν ἀρχιερέων
ὅπου ἦσαν εἰς τὸ παρλαμᾶ ἐκεῖνο ὅπου σᾶς λέγω
- κι ἀπαύτου ὁλόρθα ἐδιάβησαν νὰ ἰδοῦσιν τὲς κυρᾶδες
- ≈ συνώνυμα: βασιλοπούλα
- ※ 14ος κε ⌘ Ανώνυμος, Τὸ Χρονικὸν τοῦ Μορέως
Κλίση
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]πριγκίπισσα (μεσαιωνικά ελληνικά)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ισσα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
- Δάνεια από τα μεσαιωνικά λατινικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά λατινικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)