Μετάβαση στο περιεχόμενο

πριγκίπισσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πριγκίπισσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πριγκίπισσα[1][2] < μεσαιωνική λατινική principissa. Συγχρονικά αναλύεται σε πρίγκιπας + κατάληξη θηλυκού -ισσα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾi(ŋ)ˈɟi.pi.sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πριγκίπισσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πριγκίπισσα θηλυκό (αρσενικό πρίγκιπας)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πρίγκιπας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. πρίγκιπας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πριγκίπισσα < (άμεσο δάνειο) μεσαιωνική λατινική principissa.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾiŋˈɟi.pis.sa/ (15ος μ.Χ. αιώνας Κωνσταντινουπολίτικη)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πριγκίπισσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πριγκίπισσα θηλυκό (αρσενικό πρίγκιπας, πρίγκιψ ή πρίγκηψ)

  • πριγκίπισσα· η κόρη ενός βασιλιά
      14ος κε Ανώνυμος, Τὸ Χρονικὸν τοῦ Μορέως
    κι ἀπαύτου ὁλόρθα ἐδιάβησαν νὰ ἰδοῦσιν τὲς κυρᾶδες
    ποῦ ἦσαν μὲ τὴν πριγκίπισσαν ὅλες εἰς τὸ παλάτι.
    Τὸ ἰδεῖ τους ἡ πριγκίπισσα γλυκέα τοὺς χαιρετίζει·
    Ἐνταῦτα ἀπεκρίθηκεν ἀτός του ὁ Μέγας Κύρης
    καὶ λέγει τῆς πριγκίπισσας κι ὁλῶν τῶν ἀρχιερέων
    ὅπου ἦσαν εἰς τὸ παρλαμᾶ ἐκεῖνο ὅπου σᾶς λέγω
     συνώνυμα: βασιλοπούλα

Απόγονοι

[επεξεργασία]

πριγκίπισσα (μεσαιωνικά ελληνικά)

καθαρεύουσα: πριγκίπισσα, πριγκήπισσα
νέα ελληνικά: πριγκίπισσα