πρίγκιπας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρίγκιπας < μεσαιωνική ελληνική πρίγκιπας < ελληνιστική κοινή πρίγκιψ < λατινική princeps < primus (=πρώτος) + capio

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɾiŋ.ɟi.pas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρίγκιπας πρίγκιπες
γενική πρίγκιπα πριγκίπων
αιτιατική πρίγκιπα πρίγκιπες
κλητική πρίγκιπα πρίγκιπες

πρίγκιπας αρσενικό (θηλυκό: πριγκίπισσα & πριγκιπέσα)

  1. τίτλος ευγενείας και ονομασία του ανώτατου άρχοντα ενός κρατιδίου (πριγκιπάτου)
  2. ο γιος ενός βασιλιά FY

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]