πρίγκιπας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πρίγκιπας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πρίγκιπας, πρίγκιψ < ελληνιστική κοινή πρίγκιψ, πρίγκεψ, πρίνκιψ, πρίνκεψ < λατινική princeps. Η πρώιμη ελληνιστική κοινή πρίγκιπες (στα λατινικά principēs, «επίλεκτοι στρατιώτες της λεγεώνας») μαρτυρείται στον Πολύβιο μόνον στην αιτιατική και γενική πληθυντικού.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpɾi(ŋ).ɟi.pas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πρί‐γκι‐πας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | πρίγκιπας | οι | πρίγκιπες |
| γενική | του | πρίγκιπα & πρίγκιπος* |
των | πριγκίπων |
| αιτιατική | τον | πρίγκιπα | τους | πρίγκιπες |
| κλητική | πρίγκιπα | πρίγκιπες | ||
| * Και λόγια γενική σε -ος σε παγιωμένες εκφράσεις και όρους. | ||||
| Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
πρίγκιπας αρσενικό (θηλυκό πριγκίπισσα, πριγκιπέσσα)
- ο γιος ενός βασιλιά
- τίτλος ευγενείας και ονομασία του ανώτατου άρχοντα ενός κρατιδίου (πριγκιπάτου)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] 1. ο γιος ενός βασιλιά
|
2. τίτλος ευγενείας και ονομασία του ανώτατου άρχοντα ενός κρατιδίου (πριγκιπάτου)
|
Πηγές
[επεξεργασία]- πρίγκιπας - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- πρίγκιπας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πρίγκιπας - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpɾiŋ.ɟi.pas/ (15ος μ.Χ. αιώνας Κωνσταντινουπολίτικη)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πρί‐γκι‐πας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πρίγκιπας, -ος αρσενικό (θηλυκό πριγκίπισσα)
- (όψιμη μεσαιωνική) πρίγκιπας· ο γιος ενός βασιλιά
- ※ 14ος κε ⌘ Ανώνυμος, Τὸ Χρονικὸν τοῦ Μορέως
- Ἐνταῦτα ἑνώθη ὁ βασιλεὺς μετὰ τοὺς πριγκιπᾶδες
- ἐμὲν νὰ λέγουν πρίγκιπα, κ᾿ ἐσεῖς νὰ εἶστε ἀφέντες [...]
διατὸ ἔλειπεν ὁ πρίγκιπας ὅπου ἦτον πάντα εἰς αὖτον. [...]
αὐτείνην τὴν ντάμα Ζαμπέαν, τοῦ πρίγκιπος θυγάτηρ
- ※ 15ος κε ⌘ Ανώνυμος, Διήγησις Ἀπολλωνίου
- ἀλλʼ ἐπειδή ʼσαι πρίγκιπας καὶ νέος ὡραιωμένος
- ὁ δὲ πατήρ σου πρίγκιπας Τύρου ἀφέντης ἦτο.
- ≈ συνώνυμα: βασιλόπουλο
- ※ 14ος κε ⌘ Ανώνυμος, Τὸ Χρονικὸν τοῦ Μορέως
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]πρίγκιπας αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' και με λόγια γενική ενικού -ος (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με μεσαιωνικές κλίσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση '' (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)