Μετάβαση στο περιεχόμενο

princeps

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
princeps < Πιθανώς πρωτοϊταλική *priisemokaps κατά συγκοπή. Μορφολογικά αναλύεται σε prīmus (πρώτος) + -ceps (πιάστης).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpriːŋ.kɛps/ και /ˈprɪŋ.kɛps/ (κλασική λατινική)
ΔΦΑ : /ˈprin̠ʲ.t͡ʃeps/ (εκκλησιαστική λατινική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: prī̆nceps

Επίθετο

[επεξεργασία]

prī̆nceps, prī̆ncipis (la) αρσενικό

  1. πρώτος
  2. επιφανής
  3. εξέχων
ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική princeps princeps princeps principēs principēs principia
γενική principis principis principis principium principium principium
δοτική principī principī principī principibus principibus principibus
αιτιατική principem principem princeps principēs principēs principia
κλητική princeps princeps princeps principēs principēs principia
αφαιρετική principī principī principī principibus principibus principibus
(Τριτόκλιτα επίθετα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

prī̆nceps, prī̆ncipis (la) αρσενικό

  1. πρώτος
  2. αρχηγός
  3. έξοχος
  4. επιφανής
  5. άριστος
  6. ο (πρωτότοκος) γιος του αυτοκράτορα
  7. πρίγκιπας, γιος του βασιλιά (θηλυκό principissa)
  8. ηγεμόνας
  9. βασιλιάς
  10. αυτοκράτορας
  11. εκατόνταρχος
  12. (principes) επίλεκτοι στρατιώτες της λεγεώνας
    αρχαία ελληνική: πρίγκιπες

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε primus και capio

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική princeps principēs
γενική principis principum
δοτική principī principibus
αιτιατική principem principēs
κλητική princeps principēs
αφαιρετική principe principibus
(γ' κλίση)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

prī̆nceps (λατινικά)

ελληνιστική κοινή: πρίγκιπες (202-120 π.Χ., μόνον στον Πολύβιο) (πρώιμη ελληνιστική)
ελληνιστική κοινή: πρίγκεψ, πρίνκεψ, πρίγκιψ, πρίνκεψ (μέση έως ύστερη ελληνιστική)
μεσαιωνικά ελληνικά: πρίγκιψ, πρίγκηψ (πρώιμη μεσαιωνική)
μεσαιωνικά ελληνικά: πρίγκιπας, πρίγκηπας (όψιμη μεσαιωνική)
νέα ελληνικά: πρίγκιπας, πρίγκηπας
καθαρεύουσα: πρίγκιψ, πρίγκηψ