princeps
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- princeps < Πιθανώς πρωτοϊταλική *priisemokaps κατά συγκοπή. Μορφολογικά αναλύεται σε prīmus (πρώτος) + -ceps (πιάστης).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpriːŋ.kɛps/ και /ˈprɪŋ.kɛps/ (κλασική λατινική)
- ΔΦΑ : /ˈprin̠ʲ.t͡ʃeps/ (εκκλησιαστική λατινική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : prī̆n‐ceps
Επίθετο
[επεξεργασία]prī̆nceps, prī̆ncipis (la) αρσενικό
Κλίση
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]prī̆nceps, prī̆ncipis (la) αρσενικό
- πρώτος
- αρχηγός
- έξοχος
- επιφανής
- άριστος
- ο (πρωτότοκος) γιος του αυτοκράτορα
- πρίγκιπας, γιος του βασιλιά (θηλυκό principissa)
- ηγεμόνας
- βασιλιάς
- αυτοκράτορας
- εκατόνταρχος
- (principes) επίλεκτοι στρατιώτες της λεγεώνας
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]prī̆nceps (λατινικά)
- ↷ ελληνιστική κοινή: πρίγκιπες (202-120 π.Χ., μόνον στον Πολύβιο) (πρώιμη ελληνιστική)
- ↷ ελληνιστική κοινή: πρίγκεψ, πρίνκεψ, πρίγκιψ, πρίνκεψ (μέση έως ύστερη ελληνιστική)
- ⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: πρίγκιψ, πρίγκηψ (πρώιμη μεσαιωνική)
- ⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: πρίγκιπας, πρίγκηπας (όψιμη μεσαιωνική)
- ⇒ καθαρεύουσα: πρίγκιψ, πρίγκηψ
- ⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: πρίγκιψ, πρίγκηψ (πρώιμη μεσαιωνική)
Πηγές
[επεξεργασία]- princeps - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- princeps - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.