επιφανής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | επιφανής | η | επιφανής | το | επιφανές |
| γενική | του | επιφανούς* | της | επιφανούς | του | επιφανούς |
| αιτιατική | τον | επιφανή | την | επιφανή | το | επιφανές |
| κλητική | επιφανή(ς) | επιφανής | επιφανές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | επιφανείς | οι | επιφανείς | τα | επιφανή |
| γενική | των | επιφανών | των | επιφανών | των | επιφανών |
| αιτιατική | τους | επιφανείς | τις | επιφανείς | τα | επιφανή |
| κλητική | επιφανείς | επιφανείς | επιφανή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιφανής < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιφανής[1][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.pi.faˈnis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐πι‐φα‐νής
Επίθετο
[επεξεργασία]επιφανής, -ής, -ές
- που είναι διακεκριμένος και τον αναγνωρίζουν πολλοί
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ επιφανής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ επιφανής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)