λεγεώνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λεγεώνα οι λεγεώνες
      γενική της λεγεώνας των λεγεώνων
    αιτιατική τη λεγεώνα τις λεγεώνες
     κλητική λεγεώνα λεγεώνες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεγεώνα < ελληνιστική κοινή λεγεών < λατινική legio

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεγεώνα θηλυκό

  1. μονάδα στρατιωτών του στρατού των Ρωμαίων
  2. στρατιωτική μονάδα μισθοφόρων ή εθελοντών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]