μισοφέγγαρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μισοφέγγαρο μισοφέγγαρα
γενική μισοφέγγαρου μισοφέγγαρων
αιτιατική μισοφέγγαρο μισοφέγγαρα
κλητική μισοφέγγαρο μισοφέγγαρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μισοφέγγαρο < μισο- (<μισός) + φεγγάρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μισοφέγγαρο ουδέτερο

  1. φάση του φεγγαριού κατά την οποία είναι φωτισμένο μόνο μικρό μέρος του, αφήνοντας ορατό ένα μικρό μόνο τμήμα, έναν στενό μηνίσκο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]