Μετάβαση στο περιεχόμενο

μισοφέγγαρο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μισοφέγγαρο τα μισοφέγγαρα
      γενική του μισοφέγγαρου των μισοφέγγαρων
    αιτιατική το μισοφέγγαρο τα μισοφέγγαρα
     κλητική μισοφέγγαρο μισοφέγγαρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μισοφέγγαρο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μισοφέγγαρο < μισο- + φεγγάρ(ι) + -ο[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mi.soˈfe(ŋ).ga.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μισοφέγγαρο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μισοφέγγαρο ουδέτερο (προφορικό)

  1. σεληνιακή φάση όπου το φως του Ηλίου λάμπει ώστε να φανεί ένα στενό τμήμα της Σελήνης, το οποίο έχει την μορφή μηνίσκου
      Ο ήλιος είχε βασιλέψει προ μισής ώρας, κ' είχαμε ακόμη τρεις ώρες να φθάσουμε 'ς το δικό μας χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο, και λέγαμε πως θα προφθάσουμε ν' ανεβούμε τα βουνά και να κατεβούμε 'ς τον κάμπο μας με το φως του. (Εστία, 1890, σελ. 29 )
     συνώνυμα: ημισέληνος
  2. (κατ’ επέκταση) το ημικυκλικό, δρεπανοειδές σχήμα που σχηματίζει

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • μισοφέγγαρο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)