μισοφέγγαρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mi.soˈfe(ŋ).ga.ɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μι‐σο‐φέγ‐γα‐ρο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μισοφέγγαρο ουδέτερο (προφορικό)
- σεληνιακή φάση όπου το φως του Ηλίου λάμπει ώστε να φανεί ένα στενό τμήμα της Σελήνης, το οποίο έχει την μορφή μηνίσκου
- ※ Ο ήλιος είχε βασιλέψει προ μισής ώρας, κ' είχαμε ακόμη τρεις ώρες να φθάσουμε 'ς το δικό μας χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο, και λέγαμε πως θα προφθάσουμε ν' ανεβούμε τα βουνά και να κατεβούμε 'ς τον κάμπο μας με το φως του. (Εστία, 1890, σελ. 29 )
- ≈ συνώνυμα: ημισέληνος
- (κατ’ επέκταση) το ημικυκλικό, δρεπανοειδές σχήμα που σχηματίζει
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μισοφέγγαρο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- μισοφέγγαρο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μισο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)