Μετάβαση στο περιεχόμενο

μήνη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
  1. μήνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μήνη.
  2. μήνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μῆνις.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmi.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μήνη
ομόηχα: μίνι, μείνει

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μήνη θηλυκό (λόγιο)

  1. αντικείμενο με σχήμα ημισελήνου στο πρώτο τέταρτο
      2020 Π. Πατεινάκης, Ι. Ευστρατίου, Δ. Παπαδοπούλου, semanticscholar.org, 15/4/2020
    Η γέννηση μιας σπειραματικής μήνης - Birth of a glomerular crescent
  2. άλλη μορφή του μήνις· οργή
      2001 Ευστάθιος Μπάτης, Εκ της θαλάσσης τα κρείττω, σελ. 49
    Ήταν τόσο έντονη και αποτελεσματική η δραστηριότητά του αυτή που προκάλεσε τη μήνη των αρχών κατοχής
     συνώνυμα: μένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μήνη αἱ μῆναι
      γενική τῆς μήνης τῶν μηνῶν
      δοτική τῇ μήν ταῖς μήναις
    αιτιατική τὴν μήνην τὰς μήνᾱς
     κλητική ! μήνη μῆναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μήν
γεν-δοτ τοῖν  μήναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μήνη < μήν + , κατά τα θηλυκά σε -η[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mɛ̌ː.nɛː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μήνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μήνη, -ης θηλυκό

  1. (αστρονομία) η σελήνη
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 797
    ἃς οὔθ᾽ ἥλιος προσδέρκεται | ἀκτῖσιν οὔθ᾽ νύκτερος μήνη ποτέ.
    π᾽ ούδε του ήλιου αχτίδες | ποτέ τις βλέπουν, ουδέ της νυχτιάς το φεγγάρι
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greeklanguage.gr
  2. ο μηνίσκος: η ημισέληνος ή οτιδήποτε έχει τέτοιο σχήμα
  3. διάταξη μάχης σε σχήμα ημισελήνου
  4. (στην αλχημεία) άργυρος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη μήν

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.