περιοδικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιοδικός περιοδική περιοδικό
γενική περιοδικού περιοδικής περιοδικού
αιτιατική περιοδικό περιοδική περιοδικό
κλητική περιοδικέ περιοδική περιοδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιοδικοί περιοδικές περιοδικά
γενική περιοδικών περιοδικών περιοδικών
αιτιατική περιοδικούς περιοδικές περιοδικά
κλητική περιοδικοί περιοδικές περιοδικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιοδικός < ελληνιστική κοινή περιοδικός[1] Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + οδ(ός) + -ικός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.ɾi.ɔ.ðiˈkɔs/
συλλαβισμός: πε‐ρι‐ο‐δι‐κός

Επίθετο[επεξεργασία]

περιοδικός, -ή, -ό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική περιοδικός περιοδική περιοδικόν περιοδικοί περιοδικαί περιοδικά
Γενική περιοδικοῦ περιοδικῆς περιοδικοῦ περιοδικῶν περιοδικῶν περιοδικῶν
Δοτική περιοδικῷ περιοδικῇ περιοδικῷ περιοδικοῖς περιοδικαῖς περιοδικοῖς
Αιτιατική περιοδικόν περιοδικήν περιοδικόν περιοδικούς περιοδικάς περιοδικά
Κλητική περιοδικέ περιοδική περιοδικόν περιοδικοί περιοδικαί περιοδικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική περιοδικώ περιοδικά
Γενική-Δοτική περιοδικοῖν περιοδικαῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιοδικός < περι- + ὁδ(ός) + -ικός. Βλ. περιοδεύω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο[επεξεργασία]

περιοδικός, -ή, -όν
  1. που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια ταξιδιών
  2. περιοδικός για φάσεις Σελήνης, για ώρες, για νόσους, για κείμενο
  3. (μετρική, για περιοδικό μέτρο) π.χ. εξάμετρο όπου εναλλάσσονται δάκτυλοι και σπονδείοι

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]