repeated

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

repeated (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος repeat

Επίθετο[επεξεργασία]

repeated (en)

  1. επαναλαμβανόμενος
  2. (μαθηματικά, για ρητό αριθμό) επαναλαμβανόμενος (περιοδικά)
    . The number 6 repeats indefinitely (=0,6666...)
     αντώνυμα: terminated