περιοδολόγηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περιοδολόγηση περιοδολογήσεις
γενική περιοδολόγησης
& περιοδολογήσεως
περιοδολογήσεων
αιτιατική περιοδολόγηση περιοδολογήσεις
κλητική περιοδολόγηση περιοδολογήσεις
Η γενική -εως δεν συνηθίζεται σε νεότατες λέξεις.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιοδολόγηση < γαλλική périodisation < ρήμα périodiser, που ανάγεται στο αρχαίο ελληνικό περίοδος.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.ɾi.ɔ.ðɔ.ˈlɔ.ʝi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιοδολόγηση θηλυκό
  1. η υποδιαίρεση σε χρονικές περιόδους κάποιου γνωστικού αντικειμένου με ιστορική διαδρομή
    η περιοδολόγηση της ελληνικής γλώσσας σε αρχαία, μεσαιωνική και νεότερη είναι χρήσιμη για τη μελέτη κάθε ιστορικής της φάσης ξεχωριστά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]