ὡραίως

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὡραίως < ὡραῖος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ὡραίως

  1. έγκαιρα, επίκαιρα, στην εποχή τους, στην κατάλληλη στιγμή
  2. (μεταγενέστερη έννοια) όμορφα