όμορφα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

όμορφα < όμορφ(ος) +

Επίρρημα[επεξεργασία]

όμορφα

  1. με όμορφο τρόπο, ευχάριστα, ικανοποιητικά
    περάσαμε όμορφα στο ταξίδι μας
  2. όμορφα όμορφα: χωρίς να ανακύψουν προβλήματα

Επιφώνημα[επεξεργασία]

όμορφα!

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

όμορφα