maturity

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

maturity (en)

  1. η ωριμότητα
  2. (χρηματοοικονομικά) η ημερομηνία κατά την οποία λήγει ένας τίτλος, πρέπει να πληρωθεί ένα γραμμάτιο κλπ