Μετάβαση στο περιεχόμενο

ολοκληρωτικά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ολοκληρωτικά < ολοκληρωτικός +

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ολοκληρωτικά

  • με ολοκληρωτικό τρόπο, εντελώς
      «Όταν ξέσπασε η θύελλα του 1848», σημειώνει ο Πλεχάνωφ, «οι Γάλλοι καλλιτέχνες εγκατέλειψαν ολοκληρωτικά τη θεωρία "η τέχνη για την τέχνη" χαραχτηρίζοντάς της σαν παιδαριώδη (Μήτσος Λυγίζος, Το νεοελληνικό πλάϊ στο παγκόσμιο θέατρο. Δραματολογική ανάλυση, αισθητική και ιστορική τοποθέτηση, τόμος 1, εκδ. Δωδώνη, 1980, σελ. 130)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ολοκληρωτικά