ολοκλήρωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: Ας ξαναγίνουν οι ορισμοί από μαθηματικό με παραθέματα από το σχολικό βιβλίο User:Sarri.greek 11:26, 20 Μαΐου 2020 (UTC).


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ολοκλήρωμα τα ολοκληρώματα
      γενική του ολοκληρώματος των ολοκληρωμάτων
    αιτιατική το ολοκλήρωμα τα ολοκληρώματα
     κλητική ολοκλήρωμα ολοκληρώματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολοκλήρωμα < ολοκληρώ(νω) + -μα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intégrale[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ολοκλήρωμα ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) ο τύπος μέτρησης χωρίου που ορίζει μια συνάρτηση
  2. (μαθηματικά)(αυστηρός ορισμός) Έστω μια συνάρτηση, μια διαμέριση αυτής στο υποσύνολο Α του πεδίου ορισμού της με λεπτότητα λ (δηλαδή το μέτρο του μεγαλύτερου στοιχίου της διαμέρισης είναι λ). Σε κάθε στοιχείο της διαμέρισης αντιστοιχίζεται με συγκεκριμένη διαδικασία, ανάλογα με το είδος τον τρόπο υπολογισμού του ολοκληρώματος, το αποτέλεσμα της μέτρησης του χωρίου. Έστω το άθροισμα όλων μετρήσεων Σ. Το όριο του Σ τείνοντος του λ στο 0 είναι το ολοκλήρωμα της συνάρτησης στο Α.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]