integral

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : intégral

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

integral (en)

  • πλήρης
  • (μαθηματικά) ολοκληρωτικός, ο αναφερόμενος στα ολοκληρώματα. Π.χ. integral calculus: ολοκληρωτικός λογισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

integral (en)