ολο-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὁλο-

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολο- < ελληνιστική κοινή ὁλ(ο)- < αρχαία ελληνική ὅλος· αρκετές λέξεις της νέας ελληνικής από ολο- συναντώνται ήδη στην αρχαία ελληνική (π.χ. ὁλόλευκος, ὁλοσχερής, ὁλόχρυσος), την ελληνιστική κοινή (π.χ. ὁλοστρόγγυλος, ὁλόσωμος, ὁλόψυχος) ή τη μεσαιωνική γλώσσα
(για επιστημονικούς όρους) ελληνογενής διαγλωσσικός όρος holo-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.lɔ/

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

ολο-, ολό- (και ολ- όταν ακολουθούσε φωνήεν σε παλαιά σύνθετα)

  • πρώτο συνθετικό λέξεων που
  1. επιτείνει τη σημασία του επιθέτου που είναι δεύτερο συνθετικό
    ολόγυμνος
    ολάνθιστος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κατα-, θεο-
  2. δηλώνει αποκλειστικά το χρώμα του δεύτερου συνθετικού
    ολόμαυρος
  3. δηλώνει αποκλειστικά το υλικό του δεύτερου συνθετικού
    ολόχρυσος
  4. καλύπτει ή αναφέρεται σε ολόκληρη την επιφάνεια ή χρονική διάρκεια του δεύτερου συνθετικού
    ολοσέλιδος
    ολοήμερος
  5. (επιστημονικοί όροι)
    ολόγραμμα < γαλλική hologramme

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]