συνθετικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sin.θɛ.tiˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνθετικό συνθετικά
γενική συνθετικού συνθετικών
αιτιατική συνθετικό συνθετικά
κλητική συνθετικό συνθετικά

συνθετικό

  1. (γλωσσολογία, γραμματική) κάθε μία από τις λέξεις που ενώνονται για να δημιουργήσουν μία νέα λέξη με τη διαδικασία της σύνθεσης
    στη λέξη 'σπανακόπιτα' το πρώτο συνθετικό είναι 'σπανάκι' και το δεύτερο συνθετικό είναι 'πίτα'
  2. νήμα από συνθετική ύλη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνθετικό < (ουσιαστικοποιημένο) ουδέτερο του επιθέτου συνθετικός. Εννοείται το ουσιαστικό 'μέρος' ή 'στοιχείο'

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

συνθετικό

  1. συνθετικός, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του συνθετικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού