συνθετικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sin.θe.tiˈko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συν‐θε‐τι‐κό
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- συνθετικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συνθετικός. Εννοείται το ουσιαστικό
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συνθετικό ουδέτερο
- (γλωσσολογία, γραμματική) λέξη ή λεξικό επίθημα που βρίσκεται σε σύνθεση με άλλο
Στη λέξη πηγαινοέρχομαι το πρώτο συνθετικό είναι πηγαίνω και το δεύτερο συνθετικό είναι έρχομαι.
Στο σύνθετο μαχαιροπίρουνο το πρώτο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης μαχαίρι με ένθημα -ο- και το δεύτερο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης πιρούνι με κλιτικό επίθημα.- < υπώνυμα: πρώτο συνθετικό, δεύτερο συνθετικό, τρίτο συνθετικό
- (γλωσσολογία, γραμματική) συνώνυμο συνδετικό
συνθετικό φωνήεν (που συνδέει, συνθέτει)
- (ύφασμα) νήμα από συνθετική ύλη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] (στη γλωσσολογία)
συνθετικό νήμα ή ύφασμα
|
|
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- συνθετικό < κλιτικός τύπος
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]συνθετικό
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συνθετικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συνθετικός
Πηγές
[επεξεργασία]- συνθετικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- συνθετικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Υφάσματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)