Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνθετικό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sin.θe.tiˈko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συνθετικό

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το συνθετικό τα συνθετικά
      γενική του συνθετικού των συνθετικών
    αιτιατική το συνθετικό τα συνθετικά
     κλητική συνθετικό συνθετικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
συνθετικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συνθετικός. Εννοείται το ουσιαστικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συνθετικό ουδέτερο

  1. (γλωσσολογία, γραμματική) λέξη ή λεξικό επίθημα που βρίσκεται σε σύνθεση με άλλο
    παράδειγμα Στη λέξη πηγαινοέρχομαι το πρώτο συνθετικό είναι πηγαίνω και το δεύτερο συνθετικό είναι έρχομαι.
    παράδειγμα  Στο σύνθετο μαχαιροπίρουνο το πρώτο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης μαχαίρι με ένθημα -ο- και το δεύτερο συνθετικό είναι το θέμα της λέξης πιρούνι με κλιτικό επίθημα.
    < υπώνυμα: πρώτο συνθετικό, δεύτερο συνθετικό, τρίτο συνθετικό
  2. (γλωσσολογία, γραμματική) συνώνυμο συνδετικό
    παράδειγμα  συνθετικό φωνήεν (που συνδέει, συνθέτει)
  3. (ύφασμα) νήμα από συνθετική ύλη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
συνθετικό < κλιτικός τύπος

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

συνθετικό

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του συνθετικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του συνθετικός