επιτείνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἐπιτείνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτείνω < αρχαία ελληνική ἐπιτείνω < ἐπί + τείνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επιτείνω (παθητική φωνή: επιτείνομαι)

  1. αυξάνω την τάση, την ένταση ή τη διάρκεια
  2. κάνω κάτι πιο έντονο
  3. ενισχύω, ενδυναμώνω
  4. δίνω έμφαση, τονίζω, προβάλλω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]