whole

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός whole
συγκριτικός wholer / more whole
υπερθετικός wholest / most whole

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /həʊl/
ΔΦΑ : /hoʊl/ (ΗΠΑ)
 

Επίθετο[επεξεργασία]

whole (en)

  • (μόνο πριν από το ουσιαστικό) όλος, ολόκληρος
    I have never felt better in my whole life.
    Δεν έχω νιώσει ποτέ καλύτερα σε όλη μου τη ζωή.
    The whole project will be finished in two years.
    Το όλο έργο θα τελειώσει σε δύο χρόνια.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη entire

Παράγωγα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]