korzeń

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɔʒɛ̃ɲ/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

korzeń (pl) αρσενικό

  1. η ρίζα με τις έννοιες:
    • (βοτανική) τμήμα φυτών
    • (ανατομία) τμήμα οργάνου
    • (μεταφορικά) η προέλευση
      Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις
      powrót do korzeni/wracać do korzeni - επιστροφή στις ρίζες/επιστρέφω στις ρίζες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]