επαγγελματίας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επαγγελματίας επαγγελματίες
γενική επαγγελματία επαγγελματιών
αιτιατική επαγγελματία επαγγελματίες
κλητική επαγγελματία επαγγελματίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επαγγελματίας < επάγγελμα, γενική επαγγέλματος + -ίας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.paŋ.ɟεl.maˈti.as/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επαγγελματίας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ασκεί επάγγελμα
  2. που ασκεί δραστηριότητα με συνέπεια, υπευθυνότητα και επιτυχία
  3. (μειωτικά) που ασκεί λειτούργημα μόνο και μόνο για υλικές απολαβές
    είναι στυγνός επαγγελματίας

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]