Μετάβαση στο περιεχόμενο

επαγγελματίας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η επαγγελματίας οι επαγγελματίες
      γενική του/της επαγγελματία των επαγγελματιών
    αιτιατική τον/την επαγγελματία τους/τις επαγγελματίες
     κλητική επαγγελματία επαγγελματίες
Στη γενική ενικού για το θηλυκό, συχνά εκφέρεται τύπος σε -ας.
Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού του θηλυκού,
δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «ταμίας».
Κατηγορία όπως «ταμίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επαγγελματίας < (επάγγελμα) επαγγελματ- + -ίας

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.paŋ.ɟel.maˈti.as/
τυπογραφικός συλλαβισμός: επαγγελματίας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

επαγγελματίας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ασκεί επάγγελμα
  2. (σε επιθετική λειτουργία) που ασκεί δραστηριότητα με συνέπεια, υπευθυνότητα και επιτυχία
    παράδειγμα  Αν και ερασιτέχνης, έχει πολλές γνώσεις και ψαρεύει σαν επαγγελματίας ψαράς.
  3. (μειωτικό) που ασκεί λειτούργημα μόνο και μόνο για υλικές απολαβές
    παράδειγμα  Είναι στυγνός επαγγελματίας.
      Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]