ΜΜΕ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ΜΜΕ < Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης
Συντομομορφή
[επεξεργασία]Μ.Μ.Ε. ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό άκλιτο αρκτικόλεξο
- συντομογραφία του μέσο μαζικής ενημέρωσης
- συντομογραφία του μέσο μαζικής επικοινωνίας
- ※ Στα πλαίσια της παρούσας διατριβής εξετάζεται ο ρόλος των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ) στην προβολή και προώθηση τηλεοπτικού πολιτιστικού προγράμματος εστιάζοντας στην ΕΡΤ. [..] Αναδεικνύεται ο ρόλος της επικοινωνίας και προβολής στον τομέα του πολιτισμού, η αλληλεπίδραση των παραδοσιακών Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας (ΜΜΕ) με το κοινό και η συμβολή της τεχνολογικής εξέλιξης.
- 2019 Λαβράνος, Δημήτριος, «Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (Social media) ως εργαλείο προβολής και προώθησης πολιτιστικού τηλεοπτικού περιεχομένου. Η περίπτωση της Ελληνικής δημόσιας τηλεόρασης (ΕΡΤ).», 28. 9. 2019, apothesis.eap.gr, πρόσβαση: 6. 9. 2025
- ※ Στα πλαίσια της παρούσας διατριβής εξετάζεται ο ρόλος των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ) στην προβολή και προώθηση τηλεοπτικού πολιτιστικού προγράμματος εστιάζοντας στην ΕΡΤ. [..] Αναδεικνύεται ο ρόλος της επικοινωνίας και προβολής στον τομέα του πολιτισμού, η αλληλεπίδραση των παραδοσιακών Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας (ΜΜΕ) με το κοινό και η συμβολή της τεχνολογικής εξέλιξης.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ΜΜΕ
|
|