συμπαραγωγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμπαραγωγή οι συμπαραγωγές
      γενική της συμπαραγωγής των συμπαραγωγών
    αιτιατική τη συμπαραγωγή τις συμπαραγωγές
     κλητική συμπαραγωγή συμπαραγωγές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπαραγωγή < πρόθεμα συμ- (συν-) και το ουσιαστικό παραγωγή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siɱ.pa.ɾa.ɣɔ.ˈʝi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμπαραγωγή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]