παιδάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : παϊδάκι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παιδάκι παιδάκια
γενική
αιτιατική παιδάκι παιδάκια
κλητική παιδάκι παιδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παιδάκι < παιδί + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παιδάκι ουδέτερο

  1. πολύ μικρό παιδί
  2. άτομο με συμπεριφορά μικρού παιδιού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ως γενική χρησιμοποιείται το "παιδιού" και "παιδιών"

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]