sperma

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sperma spermi

sperma (it)

  1. σπέρμα (το υγρό που περιέχει τα σπερματοζωάρια)