γόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γόνος γόνοι
γενική γόνου γόνων
αιτιατική γόνο γόνους
κλητική γόνε γόνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γόνος < αρχαία ελληνική γόνος , θέμα γον-, ετεροιωμένη βαθμίδα του θέματος γεν- του ρήματος γίγνομαι (αόριστος εγενόμην, παρακείμενος γέγονα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γόνος αρσενικό

  1. τέκνο, απόγονος
    γόνος γνωστής οικογένειας εθεάθη με πρωταγωνίστρια του θεάτρου
  2. σπέρμα, σπόρος
  3. η γύρη των λουλουδιών
  4. αβγά ή νεογνά ψαριών
    η αλιεία γόνου απαγορεύεται


32πχ Μεταφράσεις[]