Μετάβαση στο περιεχόμενο

γόνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γόνος οι γόνοι
      γενική του γόνου των γόνων
    αιτιατική τον γόνο τους γόνους
     κλητική γόνε γόνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γόνος < αρχαία ελληνική γόνος, θέμα γον-, ετεροιωμένη βαθμίδα του θέματος γεν- του ρήματος γίγνομαι (αόριστος εγενόμην, παρακείμενος γέγονα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γόνος αρσενικό

  1. τέκνο, απόγονος
    παράδειγμα  γόνος γνωστής οικογένειας εθεάθη με πρωταγωνίστρια του θεάτρου
      Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)
  2. σπέρμα, σπόρος
  3. η γύρη των λουλουδιών
  4. (ιχθυολογία) αβγά ή νεογνά ψαριών
    η αλιεία γόνου απαγορεύεται

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / γόνος οἱ/αἱ γόνοι
      γενική τοῦ/τῆς γόνου τῶν γόνων
      δοτική τῷ/τῇ γόν τοῖς/ταῖς γόνοις
    αιτιατική τὸν/τὴν γόνον τοὺς/τὰς γόνους
     κλητική ! γόνε γόνοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γόνω
γεν-δοτ τοῖν  γόνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «ἵππος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γόνος < θέμα γον-, ετεροιωμένη βαθμίδα του θέματος γεν- του ρήματος γίγνομαι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γόνος θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γόνος αρσενικό

  1. καρπός, φρούτο
  2. γενεά
  3. αναπαραγωγή
  4. σπόρος, σπέρμα
  5. γεννητικά όργανα

Παράγωγα

[επεξεργασία]