γόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γόνος οι γόνοι
      γενική του γόνου των γόνων
    αιτιατική τον γόνο τους γόνους
     κλητική γόνε γόνοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γόνος < αρχαία ελληνική γόνος, θέμα γον-, ετεροιωμένη βαθμίδα του θέματος γεν- του ρήματος γίγνομαι (αόριστος εγενόμην, παρακείμενος γέγονα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γόνος αρσενικό

  1. τέκνο, απόγονος
    γόνος γνωστής οικογένειας εθεάθη με πρωταγωνίστρια του θεάτρου
  2. σπέρμα, σπόρος
  3. η γύρη των λουλουδιών
  4. αβγά ή νεογνά ψαριών
    η αλιεία γόνου απαγορεύεται


Μεταφράσεις[επεξεργασία]