κερκίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κερκίδα κερκίδες
γενική κερκίδας κερκίδων
αιτιατική κερκίδα κερκίδες
κλητική κερκίδα κερκίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερκίδα < αρχαία ελληνική κερκίς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /cɛɾ.ˈci.ða/
Η άρθρωση του καρπού: στο κάτω μέρος της εικόνας, η ωλένη και από πάνω η κερκίδα (1)
με μοβ χρώμα, δύο κερκίδες (2)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κερκίδα θηλυκό

  1. (ανατομία) το ένα από τα δύο οστά του πήχυ του χεριού, που ξεκινά από τον αγκώνα και φτάνει στον καρπό, στην πλευρά του αντίχειρα
  2. τμήμα του κοίλου του αρχαίου θεάτρου, μεταξύ δύο κλιμάκων
  3. τμήμα των θέσεων για τους θεατές σε ένα γήπεδο
  4. οι θεατές που υποστηρίζουν την ίδια ομάδα και παρακολουθούν τον αγώνα καθισμένοι όλοι στην ίδια πλευρά του γηπέδου


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]