καρποφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καρποφόρος καρποφόρα καρποφόρο
γενική καρποφόρου καρποφόρας καρποφόρου
αιτιατική καρποφόρο καρποφόρα καρποφόρο
κλητική καρποφόρε καρποφόρα καρποφόρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καρποφόροι καρποφόρες καρποφόρα
γενική καρποφόρων καρποφόρων καρποφόρων
αιτιατική καρποφόρους καρποφόρες καρποφόρα
κλητική καρποφόροι καρποφόρες καρποφόρα

και καρποφόρος θηλυκό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρποφόρος < αρχαία ελληνική καρποφόρος < καρπός + φέρω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καρποφόρος, -α, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]