ρέμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρέμα ρέματα
γενική ρέματος ρεμάτων
αιτιατική ρέμα ρέματα
κλητική ρέμα ρέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρέμα < αρχαία ελληνική ῥεῦμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρέμα ουδέτερο

  1. μικρό ποταμάκι ή τρεχούμενα νερά
    • Ρέμα είναι κάθε φυσική διαμόρφωση του εδάφους που λειτουργεί ως αποδέκτης και αγωγός των νερών της βροχής, του χιονιού (μετά την τήξη) και των φυσικών πηγών και εξυπηρετεί την απορροή τους προς άλλους αποδέκτες μεγαλύτερης χωρητικότητας, φυσικούς ή τεχνητούς, (άλλα ρέματα, ποτάμια, λίμνες, θάλασσα κλπ.) που βρίσκονται σε χαμηλότερες στάθμες.[1]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]