λίρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : λύρα, Λύρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λίρα λίρες
γενική λίρας λιρών
αιτιατική λίρα λίρες
κλητική λίρα λίρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λίρα < ιταλική lira < λατινική libra

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λίρα θηλυκό

  1. (οικονομία) χρυσό νόμισμα διαφόρων χωρών
  2. νόμισμα (χαρτονόμισμα ή κέρμα) διαφόρων χωρών
    αγγλική λίρα, τουρκική λίρα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]