λύρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

σύγχρονη κρητική λύρα με δοξάρι
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λύρα λύρες
γενική λύρας λυρών
αιτιατική λύρα λύρες
κλητική λύρα λύρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύρα < αρχαία ελληνική λύρα Αργότερα, και για έγχορδο όργανο με δοξάρι.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.ɾa/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύρα θηλυκό

  1. (μουσικά όργανα) αρχαίο ελληνικό μουσικό όργανο, νυκτό (δείτε λύρα)
    λύρα του Απόλλωνα
  2. (μουσικά όργανα) έγχορδο παραδοσιακό ελληνικό μουσικό όργανο, συνήθως με τρεις χορδές, αχλαδόσχημο ή φιαλόμορφο, που παίζεται με δοξάρι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

αρχαίο όργανο

παραδοσιακό όργανο με δοξάρι

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

παραδοσιακό όργανο με δοξάρι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λύρα λύρα λῦραι
Γενική λύρας λύραιν λυρῶν
Δοτική λύρ λύραιν λύραις
Αιτιατική λύραν λύρα λύρας
Κλητική λύρα λύρα λῦραι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λύρα < Αγνώστου ετύμου. Πιθανόν, δάνειο.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λύρα [ῠ] θηλυκό

  • (μουσικά όργανα) νυκτό έγχορδο όργανο, συνήθως επτάχορδο, με ηχείο ένα καύκαλο χελώνας. Στη μυθολογία, συνδεδεμένη με τον Απόλλωνα, αλλά αρχικά κατασκευασμένη από τον Ερμή.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]