Μετάβαση στο περιεχόμενο

Απόλλων

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἀπόλλων, Απόλλωνας

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Απόλλων οι Απόλλωνες
      γενική του Απόλλωνος των Απολλώνων
    αιτιατική τον Απόλλωνα τους Απόλλωνες
     κλητική Απόλλων Απόλλωνες
Συγκρίνετε με την κλίση τού αρχαίου «Ἀπόλλων»
και του «Απόλλωνας».
Κατηγορία όπως «Βύρων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Άγαλμα του Απόλλωνος που κρατά λύρα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Απόλλων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Ἀπόλλων

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈpo.lon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Απόλλων

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Απόλλων αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία, θεωνύμιο, αρχαιοπρεπές) ο θεός Απόλλωνας
  2. (αρχαιοπρεπές) ανδρικό όνομα, ο Απόλλωνας
  3. ονομασία αγαλμάτων τού Απόλλωνα
  4. ονομασία αθλητικών συλλόγων
  5. το διαστημικό πρόγραμμα «Απόλλων»
     δείτε  Απόλλων (διαστημικό πρόγραμμα) στη Βικιπαίδεια Λήμμα στη Βικιπαίδεια

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]