στυλό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στυλό < γαλλική stylo < stylographe < αγγλική stylograph < style (stylus[1]) < λατινική stilus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steyg-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sti.ˈlɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στυλό ουδέτερο (συνήθως άκλιτο)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στυλό τα στυλά
      γενική του στυλού των στυλών
    αιτιατική το στυλό τα στυλά
     κλητική στυλό στυλά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  1. Η γραφή με -υ- προέκυψε από παρετυμολογική επίδραση του (αρχαία ελληνική ) στῦλος
2. η λέξη «κανονικά» είναι άκλιτη. Στον προφορικό λόγο όμως (και ενίοτε στον γραπτό) κλίνεται:
  • Τρύπα όπου τοποθετείται η πένα στυλού για προφύλαξη, όταν δε χρησιμοποιείται. (*)
  • Η γενιά μου έμαθε καλλιγραφία στο σχολείο. (...) Η κρίση της άρχισε με την έλευση του στιλού διαρκείας. (...) Οι άνθρωποι έπαψαν να ενδιαφέρονται για την καλλιγραφία, αφού ένα χειρόγραφο γραμμένο με στιλό, ακόμα και αν είναι καθαρό, δεν έχει πια ψυχή, στιλ ή προσωπικότητα. (*)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]