schema
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- schema < (λόγιο δάνειο) λατινική schēma < αρχαία ελληνική σχῆμα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈskiːmə/ ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : sche‐ma
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| schema | schemata / schemas |
schema (en)
- το σχήμα
- το διάγραμμα
- (βάσεις δεδομένων) το σχήμα μιάς σχέσης (πίνακας) σε ένα σχεσιακό μοντέλο
- (πληροφορική, γλώσσα σήμανσης) επίσημη περιγραφή για δεδομένα, τύπους δεδομένων και δομές αρχείων δεδομένων
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
schema στην αγγλική Βικιπαίδεια

Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- schēmă < (άμεσο δάνειο) αρχαία ελληνική σχῆμᾰ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]schēmă (la), -ătis ουδέτερο
- ο τρόπος, η συμπεριφορά
- (γεωμετρία) το σχήμα, η μορφή
- (ρητορική) το σχήμα λόγου
Κλίση
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- schema - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- schema - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα λατινικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αμερικανικά αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Βάσεις δεδομένων (αγγλικά)
- Πληροφορική (αγγλικά)
- Δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (λατινικά)
- Λατινική γλώσσα
- Ουσιαστικά (λατινικά)
- Αντίστροφο λεξικό (λατινικά)
- Γεωμετρία (λατινικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (λατινικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (λατινικά)