Μετάβαση στο περιεχόμενο

schema

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
schema < (λόγιο δάνειο) λατινική schēma < αρχαία ελληνική σχῆμα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈskiːmə/
τυπογραφικός συλλαβισμός: schema

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
schema schemata / schemas

schema (en)

  1. το σχήμα
  2. το διάγραμμα
  3. (βάσεις δεδομένων) το σχήμα μιάς σχέσης (πίνακας) σε ένα σχεσιακό μοντέλο
  4. (πληροφορική, γλώσσα σήμανσης) επίσημη περιγραφή για δεδομένα, τύπους δεδομένων και δομές αρχείων δεδομένων
    < υπώνυμα:  XML schema

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • schema στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
schēmă < (άμεσο δάνειο) αρχαία ελληνική σχῆμᾰ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

schēmă (la), -ătis ουδέτερο

  1. ο τρόπος, η συμπεριφορά
  2. (γεωμετρία) το σχήμα, η μορφή
  3. (ρητορική) το σχήμα λόγου

λείπει η κλίση

Απόγονοι

[επεξεργασία]