ράσο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ράσο τα ράσα
      γενική του ράσου των ράσων
    αιτιατική το ράσο τα ράσα
     κλητική ράσο ράσα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράσο < αρχαία ελληνική ῥάσον

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɾa.sɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράσο ουδέτερο

  1. μακρύς μαύρος χιτώνας που φορούν οι ιερείς
  2. η ιδιότητα του ιερέα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το ράσο δεν κάνει τον παπά: η εξωτερική εμφάνιση δεν είναι αρκετή, απαιτείται και ο ανάλογος χαρακτήρας για να ανταποκρίνεται κάποιος στην αποστολή του

Μεταφράσεις[επεξεργασία]