ράσο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ράσο ράσα
γενική ράσου ράσων
αιτιατική ράσο ράσα
κλητική ράσο ράσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ράσο < αρχαία ελληνική ῥάσον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɾa.sɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ράσο ουδέτερο

  1. μακρύς μαύρος χιτώνας που φορούν οι ιερείς
  2. η ιδιότητα του ιερέα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το ράσο δεν κάνει τον παπά: η εξωτερική εμφάνιση δεν είναι αρκετή, απαιτείται και ο ανάλογος χαρακτήρας για να ανταποκρίνεται κάποιος στην αποστολή του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]